συγχωρώ
ρήμα1. Παύω να κρατώ πικρία ή να απαιτώ τιμωρία για πράξη ή παράλειψη κάποιου, επιτρέποντας την αποκατάσταση ή τη συνέχεια της μεταξύ μας σχέσης.
Συνώνυμα
συγγνώσκω συγγνωρίζω χαρίζω αθωώνω αμνηστεύω απαλλάσσω δικαιολογώ συμφιλιώνομαι παραβλέπω υπερβλέπω σπλαχνίζομαι αφήνω ξεχνώ σβήνω επιτρέπω ανέχομαι αποδέχομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σε συγχωρώ για το λάθος σου.
- Τους συγχωρώ για όσα συνέβησαν.
- Πρέπει να συγχωρώ τον εαυτό μου για τα παλιά σφάλματα.
- Σου συγχωρώ να φύγεις νωρίτερα σήμερα.
- Στην εξομολόγηση ο ιερέας είπε «συγχωρώ».