σέρνω
ρήμα1. Μετακινώ κάτι σύροντάς το πάνω σε μια επιφάνεια, τραβώντας ή σπρώχνοντάς το ώστε να γλιστρά ή αγγίζει συνεχώς την επιφάνεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ σέρνω τη βαλίτσα στο σταθμό γιατί είναι πολύ βαριά.
- Εγώ σέρνω τον φίλο μου στο πάρτι παρά τη θέλησή του.
- Εγώ σέρνω το χορό στο γλέντι και όλοι με ακολουθούν.
- Εγώ σέρνω το αρχείο με το ποντίκι στην επιφάνεια εργασίας για να το αποθηκεύσω.
- Εγώ σέρνω τους άλλους σε καβγάδες χωρίς λόγο.