παρακωλύω

ρήμα

1. Δημιουργώ εμπόδια ή παρεμβάσεις που δυσκολεύουν ή αναστέλλουν την κίνηση, την πρόσβαση ή τη λειτουργία ενός προσώπου, αντικειμένου ή φορέα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το φορτηγό παρακωλύει την είσοδο του κτιρίου.
  • Τα δέντρα παρακωλούν τη θέα προς τη θάλασσα.
  • Οι νέοι κανονισμοί παρακωλύουν την έκδοση των αδειών.
  • Η συμπεριφορά του μάρτυρα παρακώλυσε τη δικαστική διαδικασία.
  • Οι διακοπές ρεύματος παρακώλυσαν την επικοινωνία με το νοσοκομείο.