εποπτεύω
ρήμα1. Παρακολουθώ και ελέγχω τη διεξαγωγή εργασιών, την τήρηση κανόνων ή την κατάσταση σε έναν χώρο, συνήθως από θέση αρμοδιότητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ως διευθύντρια, εποπτεύω όλα τα τμήματα και λαμβάνω αποφάσεις για τον προγραμματισμό.
- Ως καθηγητής, εποπτεύω τη διπλωματική εργασία της φοιτήτριάς μου.
- Με τις νέες κάμερες, εποπτεύω το κατάστημα εξ αποστάσεως όλο το 24ωρο.
- Κατά τη διάρκεια της βάρδιας, εποπτεύω τα σύνορα από το παρατηρητήριο για τυχόν κινήσεις.
- Στον παιδικό σταθμό, εποπτεύω τα παιδιά κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού ώστε να μην τραυματιστούν.