καταδιώκω
ρήμα1. Κινούμαι προς πρόσωπο ή ζώο με επιμονή και ταχύτητα ή προκαλώ μετακίνηση προς αυτό, με σκοπό να το φτάσω, να το συλλάβω, να το σταματήσω ή να το απομακρύνω.
Συνώνυμα
διώκω κυνηγώ κυνηγάω παρακολουθώ ακολουθώ παραμονεύω παρενοχλώ επιτίθεμαι τρομοκρατώ διώχνω πολιορκώ κατατρέχω βασανίζω κατασκοπεύω πιέζω επιβουλεύομαι σφυροκοπώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι αστυνομικοί καταδιώκουν τον ύποπτο μέσα από τα στενά.
- Το καθεστώς στο παρελθόν καταδίωξε τους πολιτικούς αντιπάλους του.
- Στον μεσαίωνα πολλοί άνθρωποι καταδιώκονταν ως μάγοι.
- Η ενοχή τον καταδιώκει κάθε νύχτα.
- Στο σχολείο την καταδιώκουν συνεχώς λόγω της εμφάνισής της.