αφαιρώ

ρήμα

1. Αφαιρώ ένα αντικείμενο, μέρος ή ποσότητα από ένα σύνολο ή από μια θέση, μετακινώντας το ή απομακρύνοντάς το από την αρχική του θέση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

προσθέτω βάζω τοποθετώ ενσωματώνω προσαυξάνω αναρτώ διατηρώ εντάσσω επαναφέρω εφαρμόζω θέτω καθορίζω σημειώνω συμπληρώνω σφηνώνω χαράσσω χορηγώ φέρνω φέρω καταθέτω ακουμπάω χώνω ανεβάζω κρεμάω καρφώνω αποθέτω εναποθέτω στρώνω αθροίζω ακουμπώ αναπληρώνω αφιερώνω εφοδιάζω κατοχυρώνω οριοθετώ αυξάνω ενισχύω συμπεριλαμβάνω αναθέτω αποδίδω διορίζω εισάγω επενδύω επιβάλλω καταγράφω ορίζω παρέχω παραχωρώ περιλαμβάνω προγραμματίζω σκεπάζω στερεώνω στηρίζω συναρμολογώ σφραγίζω φορτώνω φορώ δίνω γράφω ονομάζω φοράω λαμβάνω αναφέρω περιέχω γεμίζω αποκτώ στήνω ντύνω κουβαλάω δημιουργώ αποτελώ καθιστώ ασφαλίζω διαθέτω επιβαρύνω καταχωρώ παρασκευάζω προμηθεύω σερβίρω αναγράφω εγγράφω εγκαθιστώ επιρρίπτω κατανέμω κολλώ περιβάλλω σμιλεύω τροφοδοτώ σημαδεύω κρατάω αφήνω ανανεώνω ενώνω κατασκευάζω κουβαλώ συγκολλώ επιτρέπω προσφέρω συνδέω αναπαριστώ αποζημιώνω διαμορφώνω μπουκώνω προμηθεύομαι συνεισφέρω αναμειγνύω απλώνω βαραίνω ζυμώνω θεσπίζω μολύνω συνδυάζω ταΐζω βιδώνω εγκλωβίζω συγκαταλέγω υπηρετώ

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε πρωί αφαιρώ τη σκόνη από τα έπιπλα.
  • Στα μαθηματικά αφαιρώ πέντε από οκτώ και βρίσκω τρία.
  • Κάθε μήνα αφαιρώ φόρο από τον μισθό πριν τον καταβάλλω.
  • Κατά την εγχείρηση αφαιρώ τον κατεστραμμένο όγκο.
  • Από το σύστημα αφαιρώ τα παλιά αρχεία για να απελευθερώσω χώρο.