διευθετώ
ρήμα1. Ενεργώ ώστε να καθοριστεί ή να οργανωθεί η διάταξη, η σειρά ή ο τρόπος διεξαγωγής ενός πράγματος με σκοπό την ομαλή λειτουργία ή την εξυπηρέτηση συγκεκριμένης ανάγκης.
Συνώνυμα
κανονίζω τακτοποιώ επιλύω διακανονίζω ρυθμίζω κλείνω οργανώνω προγραμματίζω διεκπεραιώνω εξοφλώ εκκαθαρίζω εξομαλύνω συμφιλιώνω λύω ξεμπερδεύω πληρώνω λύνω αποπληρώνω διοργανώνω ξεμπλέκω ταξινομώ προσαρμόζω συμμαζεύω φτιάχνω καθορίζω εκτελώ διατάσσω διαχειρίζομαι διευκολύνω ορίζω διορθώνω ειρηνεύω ξεδιαλύνω συντονίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Θα διευθετήσω ένα ραντεβού με τον διευθυντή αύριο.
- Πρέπει να διευθετήσουμε τον λογαριασμό πριν τη λήξη της προθεσμίας.
- Κατάφεραν να διευθετήσουν τη διαφωνία χωρίς δικαστήρια.
- Μπορείς να διευθετήσεις το πρόγραμμά σου ώστε να παρευρεθείς;
- Το ζήτημα διευθετήθηκε από το δικαστήριο με συμβιβασμό.