παραβλέπω
ρήμα1. Δεν λαμβάνω υπόψη ή δεν αντιλαμβάνομαι πληροφορία, παρατήρηση, γεγονός ή λεπτομέρεια που θα μπορούσε να είναι σχετική ή σημαντική, είτε από αμέλεια είτε σκόπιμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
παρατηρώ προσέχω επισημαίνω αναγνωρίζω αναζητώ ανιχνεύω αξιολογώ διακρίνω διαπιστώνω επιθεωρώ επισκοπώ ερευνώ μελετώ σκανάρω υπολογίζω βλέπω σκέφτομαι διαβάζω συνειδητοποιώ κοιτάω προσλαμβάνω εντοπίζω τσεκάρω ξεπληρώνω εξετάζω αναλογίζομαι διερευνώ προβλέπω συγκρίνω αντιλαμβάνομαι αναφέρω καταλογίζω αντιμετωπίζω διευκρινίζω αποτυπώνω διαλογίζομαι διευθετώ εκλαμβάνω επιλύω εφαρμόζω καθορίζω περιποιούμαι σημειώνω τιμωρώ υπενθυμίζω βρίσκω ακούω εκτιμώ ανακαλύπτω αισθάνομαι κρίνω ανακινώ αξιοποιώ αποτιμώ εποπτεύω προνοώ ξεψαχνίζω υπογραμμίζω επικρίνω καταγγέλλω νοώ προετοιμάζω συντηρώ νοιάζομαι σιγουρεύω επανορθώνω συμπεριλαμβάνω αποτελώ ανταποδίδω διεκπεραιώνω
Παραδείγματα χρήσης
- Συχνά παραβλέπω μικρά λάθη όταν βιάζομαι.
- Σε αυτή την περίπτωση παραβλέπω την καθυστέρηση, αλλά μην το επαναλάβεις.
- Στη βαθμολόγηση παραβλέπω ασήμαντες παρεκκλίσεις αν το περιεχόμενο είναι σωστό.
- Όταν αγαπώ κάποιον, συχνά παραβλέπω τα ελαττώματά του.
- Στο πρωτότυπο κείμενο παραβλέπω ένα λάθος σύνταξης που δεν αλλάζει το νόημα.