καλύπτω
ρήμα1. Βάζω ή απλώνω ένα υλικό πάνω σε επιφάνεια ή αντικείμενο με αποτέλεσμα την κάλυψή του ή την προστασία του.
2. Κάνω κάτι ώστε ένα αντικείμενο, γεγονός ή στοιχείο να μην είναι ορατό ή να παραμένει κρυφό.
Συνώνυμα
σκεπάζω σκεπάω κρύβω συγκαλύπτω επικαλύπτω πληρώνω ασφαλίζω διανύω περιλαμβάνω αντικαθιστώ αποκρύπτω κουκουλώνω πλακώνω εξοφλώ προστατεύω εξετάζω αντιμετωπίζω γεφυρώνω συμπληρώνω ικανοποιώ αναπληρώνω στεγάζω περιβάλλω βοηθώ φτάνω αποκρύβω αποσιωπώ εξαφανίζω εξυπηρετώ θάβω κρύπτω παρασιωπώ στηρίζω στρώνω επιδοτώ μασκάρω συσκοτίζω αντέχω ντύνω ανέχομαι ανταποκρίνομαι εγγυώμαι επενδύω προφυλάσσω φυλάσσω βοηθάω αντεπεξέρχομαι αντισταθμίζω αποπληρώνω δικαιολογώ εκπληρώνω
Αντώνυμα
αποκαλύπτω ξεσκεπάζω δείχνω ενημερώνω ανακαλύπτω παρουσιάζω εμφανίζω καρφώνω καταγγέλλω ξετρυπώνω απογυμνώνω ξεγυμνώνω ξεθάβω ξεμπροστιάζω εκθέτω αποτυγχάνω αθετώ αποκλείω αφήνω αρνούμαι χρειάζομαι εξηγώ βγάζω χρωστώ ξεκαθαρίζω αναφέρομαι επιδεικνύω επισημαίνω προσδιορίζω σκαλίζω φανερώνω φωτίζω χρωστάω ανασκαλεύω απεικονίζω εκδίδω επιρρίπτω παραθέτω σκανάρω
Παραδείγματα χρήσης
- Η κουβέρτα καλύπτει το μωρό όλη τη νύχτα.
- Η επιχορήγηση κάλυψε τα έξοδα του έργου.
- Στο μάθημα ο καθηγητής κάλυψε όλα τα βασικά σημεία του κεφαλαίου.
- Μπορείς να καλύψεις τη βάρδια μου αύριο;
- Η ασφάλεια καλύπτει ζημιές από φυσικές καταστροφές.