προφυλάσσω
ρήμα1. Παρέχω προστασία σε πρόσωπο, ζώο ή αντικείμενο ώστε να μη υποστεί βλάβη, κίνδυνο ή ζημιά.
2. Λαμβάνω ή εφαρμόζω προληπτικά μέτρα για να μειώσω ή να αποτρέψω πιθανούς κινδύνους.
Συνώνυμα
προστατεύω διαφυλάσσω ασφαλίζω θωρακίζω φυλάσσω περιφρουρώ φρουρώ προασπίζω εξασφαλίζω φυλάω καλύπτω σώζω απομονώνω προλαμβάνω αποτρέπω φροντίζω διασφαλίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προσπαθώ να προφυλάσσω τα παιδιά από τον ήλιο με καπέλα και αντηλιακό.
- Η μόνωση του τοίχου προφυλάσσει το σπίτι από την υγρασία.
- Οι εμβολιασμοί προφυλάσσουν τον πληθυσμό από επιδημίες.
- Πρέπει να προφυλάσσουμε τα ιστορικά μνημεία από τη φθορά.
- Τα προσωπικά του δεδομένα προφυλάσσονται με κρυπτογράφηση.