ρυθμίζω
ρήμα1. Κανονίζω ή προσαρμόζω κάτι ώστε να λειτουργεί, να ταιριάζει ή να συμβαδίζει με συγκεκριμένες προδιαγραφές, ανάγκες ή συνθήκες.
2. Θέτω σε τάξη, ελέγχω ή καθορίζω τον τρόπο με τον οποίο θα γίνεται κάτι.
Συνώνυμα
καθορίζω διακανονίζω διαμορφώνω προσαρμόζω συμμορφώνω τακτοποιώ διευθετώ κανονίζω προγραμματίζω θεσπίζω κουμαντάρω συντονίζω προσαρμόζομαι συνετίζω ορίζω θέτω ελέγχω χειρίζομαι ρυθμίζομαι κουρδίζω διορθώνω διαχειρίζομαι κατευθύνω συνεννοούμαι εκκαθαρίζω προσανατολίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο τεχνικός ρυθμίζω το μηχάνημα πριν ξεκινήσει η παραγωγή.
- Χρειάζεται να ρυθμίζω το ρολόι μου μετά την αλλαγή ώρας.
- Η δασκάλα ρυθμίζω τον ρυθμό της τάξης ώστε να προλαβαίνουν όλοι.
- Πρέπει να ρυθμίζω τη φωτεινότητα της οθόνης για να μην κουράζονται τα μάτια μου.
- Η κυβέρνηση προσπαθεί να ρυθμίζω τις τιμές στην αγορά.
- Πριν από το ταξίδι, ρυθμίζω το κάθισμα και τους καθρέφτες του αυτοκινήτου.