μεγαλώνω
ρήμα1. Αυξάνομαι σε μέγεθος, ηλικία ή ωριμότητα.
2. Φροντίζω και ανατρέφω κάποιον, ιδίως παιδί, μέχρι να ωριμάσει και να γίνει ανεξάρτητος.
3. Καλλιεργώ ή αναπτύσσω φυτά, ζώα ή οργανισμούς μέχρι να φτάσουν σε μεγαλύτερο μέγεθος ή παραγωγική ικανότητα.
Συνώνυμα
ανατρέφω αναθρέφω εκτρέφω αυξάνω αυξάνομαι μεγεθύνω ψηλώνω ψηλώνομαι γέρνω μεγεθύνομαι μεγαλύνω ωριμάζω ενηλικιώνομαι αναπτύσσω αναπτύσσομαι διογκώνω διογκώνομαι επεκτείνω ενισχύω επεκτείνομαι φουντώνω ανθίζω τρέφω εξελίσσομαι
Αντώνυμα
μειώνω μειώνομαι μικραίνω συρρικνώνομαι συρρικνώνω λιγοστεύω παραμελώ εγκαταλείπω σμικραίνω ψαλιδίζω αφήνω απομειώνομαι ξεφουσκώνω απομειώνω ελαττώνομαι ελαχιστοποιώ περικόπτω αδυνατίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν μεγαλώνω, θέλω να γίνω γιατρός.
- Εγώ μεγαλώνω σε ένα μικρό χωριό κοντά στη θάλασσα.
- Κάθε χρόνο μεγαλώνω και νιώθω πιο ώριμος.
- Φροντίζω τα φυτά στο μπαλκόνι και μεγαλώνω τα λουλούδια κάθε άνοιξη.
- Στο σπίτι μεγαλώνω τα παιδιά μου με πολλή αγάπη και υπομονή.