παραλαμβάνω

ρήμα

1. Λαμβάνω στην κατοχή μου αντικείμενο, δέμα, προϊόν ή έγγραφο που μου παραδίδεται, αποστέλλεται ή μεταβιβάζεται.

2. Πηγαίνω σε συγκεκριμένο σημείο για να φέρω μαζί μου ή να επιβιβάσω πρόσωπο που πρέπει να παραληφθεί (π.χ. από σταθμό, αεροδρόμιο).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Όταν παραλαμβάνω ένα δέμα, ελέγχω αμέσως την κατάσταση της συσκευασίας.
  • Σήμερα παραλαμβάνω τη φίλη μου από το αεροδρόμιο.
  • Την ερχόμενη εβδομάδα παραλαμβάνω τα καθήκοντα του διευθυντή.
  • Συνήθως δεν παραλαμβάνω κλήσεις όταν είμαι σε συνάντηση.
  • Με χαρά παραλαμβάνω το βραβείο για την επιστημονική μου δουλειά.