εξασφαλίζω

ρήμα

1. Κάνω τις απαραίτητες ενέργειες ώστε ένα αποτέλεσμα ή μια κατάσταση να γίνει βέβαιο και να μην αμφισβητηθεί.

2. Παρέχω προστασία, μέτρα ασφαλείας ή φροντίδα για την αποτροπή κινδύνου, ζημιάς ή απώλειας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Με το νέο σύστημα εξασφαλίζω την ασφάλεια των δεδομένων.
  • Κάθε μήνα εξασφαλίζω τα απαραίτητα χρήματα για το νοίκι.
  • Με αυτή τη συμφωνία εξασφαλίζω ότι το έργο θα ολοκληρωθεί εγκαίρως.
  • Για το ταξίδι εξασφαλίζω δύο εισιτήρια και δωμάτιο στο ξενοδοχείο.
  • Με το συμβόλαιο εξασφαλίζω τα δικαιώματά μου ως ιδιοκτήτης.