κωλύω

ρήμα

1. Εμποδίζω ή παρεμποδίζω την πραγματοποίηση, εξέλιξη ή λειτουργία μιας ενέργειας, διαδικασίας ή κατάστασης, καθιστώντας την δύσκολη ή αδύνατη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τίποτα δεν πρέπει να κωλύει την πρόοδο της ομάδας.
  • Ο τραυματισμός δεν κωλύει τη συμμετοχή του στον αγώνα.
  • Υπάρχει νομικό πρόβλημα που κωλύει τον διορισμό της.
  • Η διαδικασία δεν πρέπει να κωλύεται χωρίς επαρκή αιτία.
  • Δεν θέλω να κωλύω κανέναν, αλλά πρέπει να τηρήσουμε τους κανόνες.