καθοδηγώ

ρήμα

1. Δείχνω ή υποδεικνύω τη διαδρομή ή τα βήματα που πρέπει να ακολουθηθούν για την επίτευξη ενός στόχου ή την προσέγγιση ενός τόπου.

2. Παρέχω σαφείς οδηγίες και κατευθύνσεις για την εκτέλεση εργασιών, τη λήψη αποφάσεων ή τη λύση προβλημάτων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ καθοδηγώ τους τουρίστες μέσα στο μουσείο.
  • Ως μέντορας, καθοδηγώ τους νεότερους συναδέλφους στην επαγγελματική τους εξέλιξη.
  • Στην ομάδα, καθοδηγώ τις προσπάθειες για την ολοκλήρωση του έργου.
  • Σαν γονέας, καθοδηγώ τα παιδιά μου στις ηθικές αξίες.
  • Σε αυτό το εγχειρίδιο, καθοδηγώ βήμα-βήμα τον αναγνώστη στη ρύθμιση του λογισμικού.