δαγκώνω
ρήμα1. Πιέζω με τα δόντια την επιφάνεια ή τη σάρκα κάποιου ή κάποιου αντικειμένου, κόβοντας ή προκαλώντας τραυματισμό.
2. Επιτίθεμαι και τραυματίζω με το στόμα ή το ράμφος (για ζώα) ή με το τσίμπημα (για έντομα).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συνήθως δαγκώνω το μολύβι όταν σκέφτομαι.
- Όταν προσπαθώ να μην γελάσω, δαγκώνω τα χείλη μου.
- Κατά λάθος, στο παιχνίδι, δαγκώνω τον μικρό μου αδελφό.
- Όταν αγχώνομαι, δαγκώνω τα νύχια μου.
- Για να μην πω κάτι που θα μετανιώσω, πολλές φορές δαγκώνω τη γλώσσα μου.