προστατεύω
ρήμα1. Εμποδίζω ή περιορίζω την πρόκληση βλάβης, κινδύνου ή απώλειας σε πρόσωπο, ζώο, αντικείμενο ή σύστημα.
2. Παρέχω ασφάλεια, φροντίδα ή μέσα που διατηρούν την ακεραιότητα, την υγεία ή τη λειτουργία κάποιου.
Συνώνυμα
φυλάσσω φυλάω διαφυλάσσω προφυλάσσω περιφρουρώ αμύνω σώζω υπερασπίζω ασφαλίζω θωρακίζω οχυρώνω καλύπτω εξασφαλίζω διασφαλίζω κηδεμονεύω διασώζω διατηρώ στηρίζω συμπαραστέκομαι υπερασπίζομαι ξελασπώνω προνοώ φρουρώ κουκουλώνω
Αντώνυμα
εκθέτω ξεσκεπάζω προδίδω εγκαταλείπω αφήνω βλάπτω επιτίθεμαι απογυμνώνω αποκαλύπτω χτυπώ πυροβολώ καταστρέφω ζημιώνω κοροϊδεύω προσβάλλω φθείρω αλλοιώνω δέρνω διαβρώνω εκδίδω εκμεταλλεύομαι κακομεταχειρίζομαι καταδιώκω πλακώνω σφυροκοπώ κακοποιώ παραδίδω υπονομεύω καρφώνω διακινδυνεύω πειράζω σκοτώνω χτυπάω δολοφονώ παρατάω χαλάω πληγώνω μαχαιρώνω βασανίζω εκφοβίζω εξαλείφω εξολοθρεύω εξοντώνω θίγω ξεκάνω ξεπουλώ σαρώνω συντρίβω σφάζω τραυματίζω τσακίζω υποβάλλω χλευάζω ανακρίνω αναστρέφω γελοιοποιώ εμπαίζω θανατώνω ισοπεδώνω κακολογώ ξεγυμνώνω ξεμπροστιάζω ξεσκίζω σφαγιάζω τρομοκρατώ ρίχνω κυνηγώ μοιράζομαι εκβιάζω παραμελώ σκαλίζω διαφθείρω ξεγελώ ξεφτιλίζω παρωδίζω συνθλίβω ταλαιπωρώ
Παραδείγματα χρήσης
- Το κράνος προστατεύει το κεφάλι του αναβάτη.
- Ο νόμος προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα.
- Πρέπει να προστατεύουμε τα δάση από την παράνομη υλοτόμηση.
- Το λογισμικό προστατεύει τα προσωπικά μου δεδομένα.
- Οι ασφαλιστικές καλύψεις προστατεύουν την περιουσία μας από κινδύνους.