επιτάσσω
ρήμα1. Δίνω εντολή ή διαταγή σε κάποιον να πράξει ή να σταματήσει κάτι, επιβάλλοντας τη θέληση ή την εξουσία μου.
2. Επιβάλλω ή θέτω ως απαίτηση την εκτέλεση μιας ενέργειας, διαδικασίας ή κανόνα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη σύσκεψη, εγώ επιτάσσω την άμεση εφαρμογή των νέων μέτρων.
- Σε έκτακτη ανάγκη, εγώ επιτάσσω τα δημοτικά οχήματα για τη μεταφορά τραυματιών.
- Ως υπουργός, εγώ επιτάσσω τη χρήση του κτιρίου για την εγκατάσταση προσωρινών καταυλισμών.
- Σε περίπτωση πολέμου, εγώ επιτάσσω τους εφέδρους να παρουσιαστούν στην υπηρεσία.
- Ως διευθυντής, εγώ επιτάσσω τους υπαλλήλους να εργαστούν υπερωρίες.
- Η σοβαρότητα της κατάστασης με αναγκάζει και εγώ επιτάσσω την αυστηρή τήρηση των πρωτοκόλλων.