αποτρέπω
ρήμα1. Δρω ώστε να αποτραπεί η πραγματοποίηση μιας ενέργειας ή η εμφάνιση ενός ανεπιθύμητου αποτελέσματος.
2. Κάνω κάποιον να αλλάξει γνώμη ή να εγκαταλείψει μια πρόθεση, αποθαρρύνοντάς τον ή πείθοντάς τον να μην προχωρήσει.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
επιτρέπω ενθαρρύνω προτρέπω παροτρύνω διευκολύνω ωθώ επιφέρω παρακινώ προξενώ συμβάλλω συνδράμω συνιστώ συντελώ ψήνω προκαλώ συστήνω πείθω εξωθώ πυροδοτώ συμβουλεύω υποκινώ βοηθώ προωθώ ευνοώ υποβοηθώ αναπαράγω ελκύω εξυπηρετώ προσελκύω πειράζω αφήνω βοηθάω φέρνω παθαίνω υφίσταμαι οδηγώ έλκω γοητεύω διαπερνώ εμπνέω κεντρίζω μαγνητίζω υλοποιώ παρασύρω ενισχύω καθοδηγώ διαβιβάζω διατάσσω επιτελώ μεταδίδω μετακινώ κάνω επηρεάζω καίω καθιστώ διαδίδω διαπράττω διεξάγω ξεγελώ
Παραδείγματα χρήσης
- Η ζώνη ασφαλείας μπορεί να αποτρέψει σοβαρούς τραυματισμούς σε περίπτωση σύγκρουσης.
- Οι γονείς προσπάθησαν να αποτρέψουν τα παιδιά από το να παίζουν κοντά στη φωτιά.
- Η έγκαιρη παρέμβαση της αστυνομίας απέτρεψε τα χειρότερα.
- Η καλή ενημέρωση στο σχολείο αποσκοπεί στο να αποτρέψει τον εκφοβισμό.
- Μπορείς να αποτρέψεις αυτή την αλλαγή πριν την αποθήκευση;