κατευθύνω

ρήμα

1. Καθορίζω ή υποδεικνύω την πορεία ή τον προσανατολισμό που πρέπει να ακολουθηθεί από πρόσωπο, όχημα ή αντικείμενο, ώστε να φτάσει σε συγκεκριμένο τόπο ή κατεύθυνση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ κατευθύνω την ομάδα στην επίλυση του προβλήματος.
  • Μου ζήτησαν να κατευθύνω τους πόρους σε πιο αποδοτικά προγράμματα.
  • Στην παρουσίαση προσπάθησα να κατευθύνω το ενδιαφέρον του κοινού στα βασικά σημεία.
  • Έπρεπε να κατευθύνω το αυτοκίνητο προσεκτικά μέσα στη στενή στροφή.
  • Χρησιμοποίησα τον φακό για να κατευθύνω το φως ακριβώς πάνω στο δείγμα.