πειράζω
ρήμα1. Προκαλώ σε κάποιον ελαφρά ή επαναλαμβανόμενη αναστάτωση ή αμηχανία με λόγια ή πράξεις, συχνά με παιχνιδιάρικο ή κοροϊδευτικό χαρακτήρα.
2. Αγγίζω, χειρίζομαι ή τροποποιώ κάτι για να το δοκιμάσω, να το αλλάξω ή να διαπιστώσω τη λειτουργία του.
Συνώνυμα
ενοχλώ εκνευρίζω προκαλώ ερεθίζω εμπαίζω πρήζω αλλοιώνω τσιγκλάω κοροϊδεύω δουλεύω παιδεύω πειραματίζω δοκιμάζω τροποποιώ αλλάζω παραποιώ παρεμβαίνω επεμβαίνω αγγίζω χειρίζω ταλαιπωρώ βασανίζω χαλάω διαταράσσω αναστατώνω νοιάζω παίζω αστειεύομαι ανακατεύω ταράζω χαριτολογώ μαγειρεύω παραχαράσσω τρολάρω καταστρέφω πικραίνω γελοιοποιώ ενοχλούμαι πληγώνω τρελαίνω πειραματίζομαι επεξεργάζομαι παρωδίζω περιγελώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συνήθως πειράζω τους φίλους μου με αστεία σχόλια.
- Δεν πειράζω τα ηλεκτρονικά πριν διαβάσω τις οδηγίες.
- Μου αρέσει να πειράζω το ποδήλατό μου για καλύτερη απόδοση.
- Το να πειράζω το πρόγραμμα κάθε τόσο με βοηθά να βρίσκω σφάλματα.
- Σπάνια πειράζω τα παλιά οικογενειακά έγγραφα γιατί φοβάμαι να τα χαλάσω.