ξαναπαίρνω
ρήμα1. Αποκτώ ξανά την κατοχή ή τον έλεγχο ενός αντικειμένου, ποσού ή δικαιώματος που προηγουμένως είχα χάσει, δώσει ή απολέσει.
Συνώνυμα
ξαναλαμβάνω ξαναπιάνω ξανακαλώ ξανατηλεφωνώ ξανααγοράζω ξανατραβάω επαναλαμβάνω ανακτώ ανακαλώ ξαναδίνω ξαναπερνώ επανακτώ παλινλαμβάνω επαναγοράζω επανέρχομαι αναλαμβάνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν δεν απαντάει, συνήθως ξαναπαίρνω αργότερα.
- Σε περίπτωση αποτυχίας, ξαναπαίρνω το μάθημα τον επόμενο χρόνο.
- Κάθε φορά που αλλάζει γνώμη, ξαναπαίρνω τα δώρα που της είχα δώσει.
- Μετά το διάλειμμα, ξαναπαίρνω τη δουλειά από εκεί που την άφησα.
- Μετά από λίγη ξεκούραση, ξαναπαίρνω δυνάμεις και συνεχίζω.