αναμειγνύω
ρήμα1. Φέρνω σε επαφή και ανακατεύω δύο ή περισσότερα υλικά (στερεά, υγρά ή αέρια) ώστε να σχηματιστεί μίγμα με ορισμένη ομοιογένεια ή διατήρηση μερικών διακριτών συστατικών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί αναμειγνύω το γιαούρτι με μέλι και φρούτα.
- Στη ζαχαροπλαστική αναμειγνύω το αλεύρι με τα αυγά και το βούτυρο για τη ζύμη.
- Στη ζωγραφική αναμειγνύω κόκκινο και μπλε για να πετύχω το μωβ χρώμα.
- Στο μάθημά μου αναμειγνύω στοιχεία από διαφορετικές θεωρίες για να δώσω ευρύτερη εικόνα.
- Δεν θέλω να αναμειγνύω στις προσωπικές τους υποθέσεις χωρίς πρόσκληση.
- Προσπαθώ να μην αναμειγνύω επαγγελματικά θέματα με την οικογένειά μου.