φέρνω
ρήμα1. Μεταφέρω κάτι ή κάποιον από ένα σημείο σε άλλο, συνήθως προς τον ομιλητή ή προς καθορισμένο προορισμό.
2. Κάνω να έρθει ή να παρουσιαστεί κάτι σε παρόν ή σε συγκεκριμένη κατάσταση, προκαλώντας συνέπεια ή αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί φέρνω καφέ στη δουλειά για τους συναδέλφους.
- Η συμφωνία αυτή φέρνει σημαντικές αλλαγές στην αγορά.
- Θα φέρω τη Μαρία στο πάρτι αργότερα.
- Η γιαγιά έφερε στον κόσμο τρία παιδιά.
- Η μουσική αυτή πάντα μου φέρνει όμορφες αναμνήσεις.