εφοδιάζω
ρήμα1. Κάνω διαθέσιμα σε πρόσωπο ή σε αντικείμενο τα απαραίτητα υλικά, είδη, προμήθειες ή πόρους, δίνοντάς τα ή οργανώνοντας την παροχή τους, ώστε να μπορούν να λειτουργήσουν, να συνεχίσουν ή να ολοκληρώσουν μια δραστηριότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πρέπει να εφοδιάζω το παντοπωλείο με φρέσκα λαχανικά κάθε πρωί.
- Ως υπεύθυνος έργου, φροντίζω να εφοδιάζω την ομάδα με τα απαραίτητα εργαλεία.
- Υποσχέθηκα ότι θα εφοδιάζω το νοσοκομείο με φάρμακα κάθε μήνα.
- Για την εξόρμηση, πρέπει να εφοδιάζω το σακίδιο με νερό, τρόφιμα και πρώτες βοήθειες.
- Κατά τη διάρκεια της κρίσης, έπρεπε να εφοδιάζω τις μονάδες με πυρομαχικά και καύσιμα.