περιλαμβάνω
ρήμα1. Εντάσσω ένα πρόσωπο, αντικείμενο ή στοιχείο μέσα σε ένα ευρύτερο σύνολο, κατάλογο ή ομάδα.
2. Περιέχω ως τμήμα, συστατικό ή στοιχείο κάτι που συμβάλλει στη σύνθεση ή στη λειτουργία ενός όλου.
Συνώνυμα
συμπεριλαμβάνω περιέχω εμπεριέχω συγκαταλέγω ενσωματώνω εντάσσω καλύπτω έχω χωρώ χωράω προσθέτω συνυπολογίζω αγκαλιάζω αφορώ αποτελώ προβλέπω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη λίστα περιλαμβάνω τα απαραίτητα έγγραφα για την αίτηση.
- Στο κουτί περιλαμβάνω εγχειρίδιο, καλώδια και ανταλλακτικά όταν το στέλνω.
- Στις συσκέψεις περιλαμβάνω πάντα τους νέους συνεργάτες για ενημέρωση.
- Στην τιμή περιλαμβάνω τους φόρους και τα έξοδα αποστολής.
- Στο πρόγραμμά μου περιλαμβάνω καθημερινή άσκηση και χρόνο μελέτης.