επιβαρύνω
ρήμα1. Φορτώνω επιπλέον βάρος ή φορτίο σε κάτι ή σε κάποιον, είτε με φυσικό είτε με μεταφορικό τρόπο.
2. Χρεώνω οικονομικά κάποιον ή κάτι με κόστος, έξοδα ή χρέος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν θέλω να επιβαρύνω οικονομικά την οικογένειά μου.
- Θα επιβαρύνω τον λογαριασμό σας με το επιπλέον κόστος.
- Προσπαθώ να μην επιβαρύνω την υγεία μου με κακές συνήθειες.
- Δεν πρέπει να επιβαρύνω την ομάδα με περιττό φόρτο εργασίας.
- Φοβάμαι μήπως επιβαρύνω το περιβάλλον με τα απόβλητά μας.