ενώνω
ρήμα1. Φέρνω ή κάνω να γίνουν ένα δύο ή περισσότερα μέρη, αντικείμενα ή πρόσωπα, ώστε να σχηματιστεί ενιαίο σύνολο.
2. Εφαρμόζω υλικό, τρόπο ή τεχνική για να στερεώσω επιφάνειες ή εξαρτήματα μεταξύ τους, με αποτέλεσμα σταθερή ή μόνιμη σύνδεση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
χωρίζω διαχωρίζω αποσυνδέω διαλύω ξεχωρίζω αποκόπτω διαμελίζω ξεκόβω σπάω κόβω αποξενώνω κομματιάζω τεμαχίζω σχίζω αποσπώ απομονώνω αποκολλώ ξεκολλάω σπάζω διασπώ αποχωρίζω απομακρύνω αποσυναρμολογώ σκίζω σπαράζω αποσυνδέομαι αποσυνθέτω ξεσκίζω θρυμματίζω κατακερματίζω αφαιρώ διασκορπίζω αναλύω συγκρίνω
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα ενώνω τα κομμάτια του επίπλου με κόλλα.
- Στις συναντήσεις ενώνω τις απόψεις των συνεργατών για να βρούμε λύση.
- Συχνά ενώνω τους κήπους με μονοπάτια για πιο εύκολη πρόσβαση.
- Στη μαγειρική ενώνω αλεύρι και νερό για να φτιάξω ζύμη.
- Στον υπολογιστή ενώνω δύο αρχεία σε ένα αρχείο.