ενώνω

ρήμα

1. Φέρνω ή κάνω να γίνουν ένα δύο ή περισσότερα μέρη, αντικείμενα ή πρόσωπα, ώστε να σχηματιστεί ενιαίο σύνολο.

2. Εφαρμόζω υλικό, τρόπο ή τεχνική για να στερεώσω επιφάνειες ή εξαρτήματα μεταξύ τους, με αποτέλεσμα σταθερή ή μόνιμη σύνδεση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σήμερα ενώνω τα κομμάτια του επίπλου με κόλλα.
  • Στις συναντήσεις ενώνω τις απόψεις των συνεργατών για να βρούμε λύση.
  • Συχνά ενώνω τους κήπους με μονοπάτια για πιο εύκολη πρόσβαση.
  • Στη μαγειρική ενώνω αλεύρι και νερό για να φτιάξω ζύμη.
  • Στον υπολογιστή ενώνω δύο αρχεία σε ένα αρχείο.