φοράω

ρήμα

1. Τοποθετώ πάνω στο σώμα ρούχο, υποδήματα, αξεσουάρ ή κοσμήματα.

2. Έχω πάνω μου ρούχο, υποδήματα, αξεσουάρ ή κοσμήματα, ώστε αυτά να με καλύπτουν ή να με διακοσμούν.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σήμερα φοράω το κόκκινο πουκάμισο.
  • Συνήθως φοράω γυαλιά όταν διαβάζω.
  • Στην εκδήλωση φοράω ψηλά τακούνια.
  • Σε κρύες μέρες φοράω πάντα το παλτό μου.
  • Για να μην φαίνομαι κουρασμένη φοράω λίγη μάσκαρα.