φορτώνω
ρήμα1. Τοποθετώ αντικείμενα, εμπορεύματα ή φορτίο πάνω σε όχημα, σκάφος, αεροπλάνο, βαγόνι ή άλλο μέσο μεταφοράς για μεταφορά ή αποθήκευση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συνήθως φορτώνω το φορτηγό με κιβώτια πριν το ταξίδι.
- Κάθε βράδυ φορτώνω τα αρχεία στον server για backup.
- Δεν θέλω να φορτώνω τους φίλους μου με τα προβλήματά μου.
- Πριν φύγω, φορτώνω το κινητό για να έχει μπαταρία.
- Όταν φορτώνω τη σελίδα, εμφανίζεται ένα μήνυμα σφάλματος.