διορίζω

ρήμα

1. Αναθέτω σε κάποιον, με επίσημη απόφαση ή δικαίωμα, την πλήρωση και άσκηση μιας θέσης, αξιώματος ή υπηρεσίας.

2. Ορίζω κάποιον να εκτελέσει συγκεκριμένα καθήκοντα ή ρόλο, προσωρινά ή μόνιμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Πρόεδρος διορίζει νέο υπουργό μετά την παραίτηση.
  • Το υπουργείο διορίζει εκπαιδευτικούς σε απομακρυσμένα σχολεία κάθε χρόνο.
  • Το δικαστήριο διορίζει δικάσιμο για την υπόθεση τον επόμενο μήνα.
  • Η επιτροπή διορίζει την 1η Ιουνίου ως ημερομηνία εξέτασης.
  • Με διορίζουν υπεύθυνο για το νέο πρόγραμμα.