εγγράφω
ρήμα1. Καταγράφω ή χαράσσω με γράμματα, χαρακτήρες ή σύμβολα πάνω σε υλικό ή επιφάνεια (π.χ. χαρτί, πέτρα, οθόνη).
2. Εισάγω και καταχωρώ στοιχεία, πληροφορίες ή δεδομένα σε λίστα, μητρώο, αρχείο ή βάση δεδομένων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε Σεπτέμβριο εγγράφω νέους μαθητές στο φροντιστήριο.
- Στο βιβλίο πρακτικών εγγράφω όλες τις αποφάσεις της συνεδρίασης.
- Ο χαράκτης εγγράφει την ημερομηνία πάνω στο μετάλλιο.
- Οι φοιτητές εγγράφουν τα μαθήματα στο ηλεκτρονικό σύστημα.
- Το τμήμα εγγράφει τις νέες επιχειρήσεις στο μητρώο.