θέτω

ρήμα

1. Τοποθετώ κάτι σε συγκεκριμένο σημείο ή θέση, φυσικά ή συμβολικά.

2. Θέτω κάτι σε ορισμένη κατάσταση ή συνθήκη, διαμορφώνοντας τη λειτουργία ή το πλαίσιο του.

3. Διατυπώνω ερώτημα, πρόβλημα ή πρόταση προς εξέταση ή συζήτηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τώρα θέτω το βιβλίο στο τραπέζι.
  • Στη συνάντηση θέτω το ερώτημα για τον προϋπολογισμό.
  • Με αυτή τη συμφωνία θέτω σαφείς όρους συνεργασίας.
  • Ως δεδομένο, θέτω ότι θα τηρήσεις την υπόσχεσή σου.
  • Σου θέτω στη διάθεσή μου όλα τα αρχεία.