κατεβάζω

ρήμα

1. Μεταφέρω ή προκαλώ τη μετακίνηση αντικειμένου ή προσώπου από υψηλότερο προς χαμηλότερο σημείο ή επίπεδο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε φορά κατεβάζω εφαρμογές από το κινητό.
  • Σήμερα κατεβάζω τη βαλίτσα από το πατάρι.
  • Στο αυτοκίνητο κατεβάζω το παράθυρο για να μπει φρέσκος αέρας.
  • Στο παζάρι κατεβάζω τις τιμές για να κλείσω τη συμφωνία.
  • Στην παρέα κατεβάζω γρήγορα δύο μπύρες.