αναρτώ

ρήμα

1. Τοποθετώ ή κρεμώ κάποιο αντικείμενο, ανακοίνωση ή σημείωμα σε εμφανές σημείο, συνήθως με τρόπο ώστε να παραμένει σταθερό και να γίνεται αντιληπτό από άλλους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο φόρουμ αναρτώ κάθε εβδομάδα νέα άρθρα.
  • Στο προφίλ μου αναρτώ συχνά βίντεο από ταξίδια.
  • Στην είσοδο του σχολείου αναρτώ την ανακοίνωση για τις εγγραφές.
  • Στην επίσημη πλατφόρμα του δήμου αναρτώ το απαιτούμενο έγγραφο.
  • Κάθε πρωί στην πλατεία αναρτώ την ελληνική σημαία.