εξαιρώ
ρήμα1. Απομακρύνω ή αφήνω εκτός κάποιο άτομο, στοιχείο ή περίπτωση από ένα σύνολο, κανόνα, απόφαση ή γενικό πλαίσιο.
2. Κάνω εξαίρεση σε κάποιον ή κάτι, ώστε να μην εφαρμόζεται σε αυτόν/αυτήν μια υποχρέωση, περιορισμός ή συνέπεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη λίστα συμμετεχόντων εξαιρώ τον Κώστα γιατί δεν επιβεβαίωσε.
- Από τον συνολικό φόρο εξαιρώ τις μικρές δωρεές προς φιλανθρωπία.
- Στις προσφορές του καταστήματος εξαιρώ τα ήδη εκπτωθέντα είδη.
- Στη συζήτηση αυτή εξαιρώ προσωπικές κρίσεις και επικεντρώνομαι στα στοιχεία.
- Στο πρόγραμμά μου για αύριο εξαιρώ την τρίτη συνάντηση.
- Δεν μπορώ να εξαιρώ την πιθανότητα σφάλματος στην ανάλυση.