στήνω
ρήμα1. Τοποθετώ ή ανεγείρω κάτι σε σταθερή ή λειτουργική θέση ώστε να στερεωθεί και να χρησιμοποιηθεί.
2. Συναρμολογώ μέρη ή εξαρτήματα ώστε να προκύψει ένα ολοκληρωμένο και λειτουργικό αντικείμενο ή κατασκευή.
Συνώνυμα
ανεγείρω ανυψώνω υψώνω ιδρύω οργανώνω διοργανώνω ανοίγω στρώνω συναρμολογώ μαγειρεύω νοθεύω παγιδεύω τοποθετώ εγκαθιστώ κτίζω ξεκινώ ετοιμάζω σκαρώνω φτιάχνω εγείρω εδραιώνω εγκαθιδρύω παρουσιάζω εκθέτω προετοιμάζω ανοικοδομώ δημιουργώ κατασκευάζω σχηματίζω συγκροτώ σερβίρω συστήνω κανονίζω κατηγορώ θέτω αναπτύσσω προσαρμόζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα στήνω τη σκηνή στο κάμπινγκ.
- Αύριο στήνω ένα μικρό περίπτερο στην τοπική έκθεση.
- Δεν στήνω κανέναν.
- Κάθε πρωί στήνω τα προϊόντα στο μαγαζί προσεκτικά.
- Τον στήνω στα πόδια του μετά το χειρουργείο.