μπουκώνω
ρήμα1. Βάζω μεγάλη ποσότητα τροφής στο στόμα ή σε κάποιον, συνήθως γρήγορα ή υπερβολικά.
2. Ταΐζω κάποιον με αφθονία τροφής ή τον αναγκάζω να φάει.
3. Φράζω ή γεμίζω ένα άνοιγμα, σωλήνα ή κενό με υλικό, ώστε να εμποδίζεται η ροή ή η διέλευση.
Συνώνυμα
φράζω βουλώνω μπλοκάρω στομώνω γεμίζω παραγεμίζω καταβροχθίζω φρακάρω στριμώχνω σφηνώνω χώνω ταΐζω φορτώνω χορταίνω τρώω καταχωνιάζω μπλοκάρομαι σφηνώνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν πετάω λίπη στον νεροχύτη, μπουκώνω τη σωλήνα και πρέπει να την καθαρίσω.
- Στη γιορτή, μπουκώνω τα παιδιά με γλυκά ώστε να μη μείνουν νηστικά.
- Με το κρυολόγημα, μπουκώνω και δεν μπορώ να αναπνεύσω από τη μύτη.
- Αν βάλω ακατάλληλο καύσιμο, μπουκώνω τον κινητήρα του αυτοκινήτου.
- Πηγαίνοντας στον μπουφέ, μπουκώνω με ό,τι βρω και μετά νιώθω βαριά.