φορώ

ρήμα

1. Να τοποθετώ ή να έχω πάνω μου ρούχο, παπούτσια, καπέλο ή κόσμημα.

2. Να καλύπτω ή να καλύπτομαι από υλικό ή επίστρωση που σκεπάζει μια επιφάνεια.

3. Να φέρω πάνω μου σημάδι ή χαρακτηριστικό που γίνεται εμφανές, όπως ουλή ή χρώμα.

Συνώνυμα

φοράω βάζω φέρω ντύνομαι ενδύομαι ενδύω φοριέμαι κουβαλάω ντύνω έχω περιβάλλομαι στολίζομαι κοσμούμαι χρησιμοποιώ δοκιμάζω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σήμερα φορώ ένα κόκκινο παλτό.
  • Συνήθως φορώ τα γυαλιά μου όταν διαβάζω.
  • Το χειμώνα πάντα φορώ ένα ζεστό σκουφί.
  • Σε επίσημες εκδηλώσεις φορώ ένα κομψό ρολόι.
  • Στη συνέντευξη φορώ ένα επαγγελματικό χαμόγελο.
  • Σε δύσκολες στιγμές φορώ υπομονή.