βάζω
ρήμα1. Τοποθετώ ένα αντικείμενο σε συγκεκριμένο σημείο ή θέση, προσωρινά ή μόνιμα.
2. Εισάγω ή τοποθετώ κάτι μέσα σε άλλο αντικείμενο ή δοχείο.
3. Φοράω ή τοποθετώ πάνω στο σώμα ρούχο ή αξεσουάρ.
Συνώνυμα
τοποθετώ θέτω προσθέτω ανάβω εναποθέτω εισάγω ενσωματώνω ενεργοποιώ εγκαθιστώ αναρτώ δημοσιεύω καταθέτω φορώ στρώνω σερβίρω παίζω συμπεριλαμβάνω εντάσσω συνδέω στοιχηματίζω βάλλω εφαρμόζω ακουμπάω ντύνω αποθέτω ακουμπώ κοτσάρω καρφώνω βιδώνω χώνω στριμώχνω κολλάω αποθηκεύω αποταμιεύω διορίζω επιβάλλω ορίζω υποβάλλω επιρρίπτω πακετάρω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Βάζω το βιβλίο στο ράφι.
- Κάθε φορά που μαγειρεύω, βάζω λίγο αλάτι.
- Όταν έρχεται ένας φίλος, βάζω μουσική.
- Πάντα βάζω το μπουφάν όταν κάνει κρύο.
- Κάθε μήνα βάζω χρήματα στην τράπεζα.
- Κάθε χρόνο βάζω στόχους για τη δουλειά μου.