ονομάζω
ρήμα1. Αποδίδω σε πρόσωπο, ζώο, πράγμα ή έννοια ένα συγκεκριμένο όνομα για να το χαρακτηρίσω ή να το διακρίνω από άλλα.
2. Αναφέρω κάποιον ή κάτι με το καθιερωμένο ή κοινώς χρησιμοποιούμενο όνομά του.
Συνώνυμα
ονοματίζω αποκαλώ επωνομάζω ονοματοδοτώ κατονομάζω καλώ λέω φωνάζω προσφωνώ βαπτίζω διορίζω ορίζω ανακηρύσσω χαρακτηρίζω επιγράφω προσδιορίζω τιτλοφορώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα ονομάζω το παιδί Μαρία.
- Την ονομάζω αληθινή φίλη.
- Το ποτάμι το ονομάζω 'Νέο Ποτάμι'.
- Αυτή την κατάσταση τη ονομάζω κρίση.
- Εγώ ονομάζω επιτυχία την προσωπική ικανοποίηση.