συνεισφέρω

ρήμα

1. Παρέχω ή διαθέτω μέρος από πόρους (χρήματα, χρόνο, υλικά, προσπάθεια) για την υποστήριξη, χρηματοδότηση ή υλοποίηση κοινού σκοπού, έργου ή δραστηριότητας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Θα συνεισφέρω με μια δωρεά στο ταμείο της γειτονιάς.
  • Πρόθυμα συνεισφέρω ώρες εθελοντικής εργασίας στο νοσοκομείο.
  • Στη συνάντηση θέλω να συνεισφέρω ιδέες για το νέο έργο.
  • Με τις καθημερινές μου συνήθειες συνεισφέρω στη μείωση του αποτυπώματος άνθρακα.
  • Πιστεύω ότι με την έρευνά μου συνεισφέρω στην κατανόηση της νόσου.