αποκόπτω

ρήμα

1. Αφαιρώ ή αποσπώ με κόψιμο ή άλλο μηχανικό τρόπο ένα τμήμα από ένα αντικείμενο, διακόπτοντας τη συνέχεια ή τη σύνδεσή του με το υπόλοιπο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε χειμώνα αποκόπτω τα ξερά κλαδιά από την ελιά.
  • Πριν στείλω το δέμα, πάντα αποκόπτω την ετικέτα.
  • Τον τελευταίο χρόνο αποκόπτω κάθε επικοινωνία με όποιον με μειώνει.
  • Η επιχείρηση αποκόπτει από κάθε μισθό το αντίστοιχο ποσοστό για ασφαλιστικές εισφορές.
  • Κατά τη διάρκεια της επισκευής, ένα τμήμα του μεταλλικού καλύμματος αποκόπτεται για να αντικατασταθεί.