σημαδεύω
ρήμα1. Σημαδεύω κάτι ή κάποιον με σημάδι, ένδειξη ή χαρακτηριστικό σημείο για να τον ξεχωρίζω, να τον εντοπίζω ή να τον θυμάμαι.
2. Στοχεύω κάτι με προσοχή, ιδίως πριν από ρίψη, κτύπημα ή εκτέλεση κάποιας ενέργειας.
Συνώνυμα
σημειώνω σκοπεύω χαράζω χαρακώνω μαρκάρω αποτυπώνω χαράσσω στοχάζομαι σφραγίζω επισημαίνω στοιχειώνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο σκοτάδι σημαδεύω την πόρτα με τον φακό.
- Ο κυνηγός σημαδεύει το στόχο πριν πυροβολήσει.
- Το γεγονός αυτό σημάδεψε την παιδική του ηλικία.
- Η γέννηση του παιδιού σημαδεύει μια νέα αρχή για την οικογένεια.
- Με μια κιμωλία σημαδεύουμε το σημείο όπου θα γίνει η τρύπα.