καθιστώ
ρήμα1. Κάνω κάποιον ή κάτι να γίνει ή να βρεθεί σε ορισμένη κατάσταση ή θέση.
2. Δηλώνω ή ανακηρύσσω επισήμως ότι ένα πρόσωπο ή αντικείμενο έχει συγκεκριμένη ιδιότητα, θέση ή κατάσταση.
Συνώνυμα
καταστήνω αποσαφηνίζω διασαφηνίζω κάνω ορίζω διορίζω τοποθετώ θεσπίζω θεσμοθετώ επιβάλλω ανακηρύσσω κηρύσσω διευκρινίζω δηλώνω μετατρέπω καθίζω προκαλώ επιφέρω δημιουργώ θεωρώ κρίνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σας καθιστώ υπεύθυνους για την οργάνωση της εκδήλωσης.
- Με την υπογραφή μου, καθιστώ το συμβόλαιο δεσμευτικό.
- Με την απόφασή μου, καθιστώ το μνημείο προστατευόμενο.
- Σας καθιστώ σαφές ότι δεν πρόκειται να αλλάξω γνώμη.
- Λόγω της συνεχούς κόπωσης, καθιστώ τον εαυτό μου ανίκανο να εργαστώ αποτελεσματικά.