θεσπίζω
ρήμα1. Κάνω κάτι επίσημο και δεσμευτικό με νόμο, διάταγμα ή άλλη εξουσιαστική απόφαση.
2. Εισάγω και επιβάλλω κανόνες, πρακτικές ή θεσμούς ώστε να γίνουν σταθεροί, γενικά αποδεκτοί ή υποχρεωτικοί.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κυβέρνηση θεσπίζει νέους νόμους για την προστασία του περιβάλλοντος.
- Το σχολείο θεσπίζει αυστηρούς κανόνες συμπεριφοράς για όλους τους μαθητές.
- Οι εταιρείες του κλάδου θεσπίζουν κοινά πρότυπα ποιότητας.
- Η διοίκηση θεσπίζει νέα όρια δαπανών για το επόμενο οικονομικό έτος.
- Η νέα πολιτική θεσπίστηκε μετά από δημόσια διαβούλευση.