ασφαλίζω
ρήμα1. Προστατεύω άτομο, περιουσία ή κατάσταση από κίνδυνο, βλάβη ή απώλεια.
2. Στερεώνω ή κλειδώνω κάτι με σκοπό να μην κινηθεί, ανοίξει ή χαθεί.
3. Φροντίζω ώστε μια ενέργεια, υπηρεσία ή διαδικασία να πραγματοποιηθεί ή να συνεχιστεί όπως απαιτείται.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί ασφαλίζω την πόρτα πριν φύγω από το σπίτι.
- Κάθε χρόνο ασφαλίζω το αυτοκίνητό μου για να είμαι καλυμμένος σε περίπτωση ατυχήματος.
- Με την αναβάθμιση του τείχους προστασίας ασφαλίζω τα ευαίσθητα δεδομένα της εταιρείας.
- Με τις κατάλληλες εγγυήσεις ασφαλίζω τη χρηματοδότηση για το νέο πρότζεκτ.
- Με την έγκαιρη κράτηση ασφαλίζω μια θέση στο σεμινάριο.