εξαφανίζω
ρήμα1. Κάνω κάτι ή κάποιον να μην είναι πλέον ορατός ή να παύει να φαίνεται.
2. Απομακρύνω κάτι ή κάποιον από έναν χώρο ή πλαίσιο, με αποτέλεσμα να μην εντοπίζεται.
Συνώνυμα
αφανίζω εξαλείφω σβήνω διαγράφω απομακρύνω κρύβω καλύπτω αποκρύβω αποκρύπτω εξοντώνω κρύπτω ξεκάνω ξεκουμπώνω σαρώνω συγκαλύπτω σφάζω σκοτώνω δολοφονώ ξεφορτώνομαι απαλείφω θανατώνω κατασπαταλώ κατατροπώνω αφαιρώ χάνω εξολοθρεύω εκμηδενίζω καταργώ διαλύω θάβω σκουπίζω τσάκίζω καταστρέφω αποσιωπώ εκκενώνω λησμονώ μηδενίζω ξεφορτώνω παρασιωπώ φιμώνω αποδιώχνω εκδιώκω εκδιώχνω ισοπεδώνω ξεριζώνω παραγκωνίζω συσκοτίζω
Αντώνυμα
εμφανίζω αποκαλύπτω φανερώνω ξετρυπώνω σώζω παρουσιάζω απεικονίζω ξεσκεπάζω αναδεικνύω εντοπίζω βρίσκω φωτίζω ανασύρω αποτυπώνω δημοσιεύω εκδηλώνω περιγράφω δείχνω ανακαλύπτω παράγω δημιουργώ αναγράφω αρχειοθετώ εδραιώνω φέρνω επαναφέρω δημοσιοποιώ προβάλλω αποθηκεύω αποταμιεύω πλάθω προσκομίζω αναφέρω ξαναλέω δηλώνω διαλαλώ διασπείρω
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί εξαφανίζω τα σκουπίδια από την κουζίνα.
- Με ένα κλικ στο πρόγραμμα, εξαφανίζω τις ανεπιθύμητες γραμμές από το κείμενο.
- Μόλις ζεσταθεί το φαγητό, εξαφανίζω το πιάτο μέσα σε λίγα λεπτά.
- Στην ταινία, ο εγκληματίας ομολογεί «εγώ εξαφανίζω όσα αποδεικτικά στοιχεία υπάρχουν».
- Με την άσκηση και τη σωστή στάση, σταδιακά εξαφανίζω τους πόνους στην πλάτη.