συνδέω
ρήμα1. Δημιουργώ ασφαλή ή σταθερή ένωση μεταξύ δύο ή περισσότερων αντικειμένων, στοιχείων ή μερών, ώστε να λειτουργούν ως ενιαίο σύνολο.
Συνώνυμα
ενώνω συνενώνω αρθρώνω συνάπτω συζεύγω προσάπτω προσδέω δένω κολλάω συγκολλώ προσκολλάω συρράπτω καλωδιώνω μπριζώνω διασυνδέω ενσωματώνω σχετίζω συσχετίζω βάζω σχετίζομαι εντάσσω κουμπώνω στερεώνω συναρμολογώ συνθέτω εμπλέκω επανασυνδέω συνδυάζω ράβω γαντζώνω βιδώνω κοχλιώνω αθροίζω προσθέτω καρφώνω προξενώ συγκρατώ εγκαθιστώ κολλώ ενοποιώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί συνδέω τον υπολογιστή στο ρεύμα.
- Ο τεχνικός συνδέει το μόντεμ με το δίκτυο του σπιτιού.
- Η εμπειρία αυτή μας συνδέει με τις ρίζες μας.
- Ο καθηγητής συνδέει τις θεωρίες με πρακτικά παραδείγματα.
- Το τρένο συνδέει την Αθήνα με τη Θεσσαλονίκη.